συχαρίκι
•
- παρωχημένοχαρμόσυνη είδηση, συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό: συχαρίκια / συγχαρίκια Βικιλεξικό
- Εχω μια ιδέα, λέει ο Σταύρος. Να πάμε στον Γάκη Στόλη που είναι μόνος του στο σπίτι απόψε. Κι όταν είναι μόνος, πίνει και δεν ξέρει τι γίνεται στον κόσμο. Να του πούμε το συχαρίκι. (Η κατεδάφιση του αγάλματος του Εμβέρ Χότζα, Τα Νέα, 11/8/2010 https://www.tanea.gr/2010/08/11/lifearts/culture/i-katedafisi-toy-agal-atos-toy-e-ber-xotza/)
- Με τέτοιου είδους ανακοινωθέν και διαμαρτυρίες της Ομόνοιας προς την Ελληνική Πολιτεία, φθάσαμε στην ετήσια βίζα, στο πρώτο Ειδικό Δελτίο Ομογενούς με δεκάχρονη ισχύ παραμονής και εργασίας και μέχρι την πολιτογράφηση, για να γίνουν οι Βορειοηπειρώτες και de juro Έλληνες πολίτες. Μεγάλο κατόρθωμα και συχαρίκι ήταν και το επίδομα του ΟΓΑ. Ένα επίδομα που είχε περισσότερο πολιτικό και εθνικό χαρακτήρα, παρά οικονομικό. (Η Ελλάδα, οι κυβερνήσεις της και οι Βορειοηπειρώτες, ΧΙΜΑΡΑ, 17/08/2017 https://web.archive.org/web/20240323111242/https://www.himara.gr/apopseis/6603-i-ellada-oi-kyverniseis-tis-kai-oi-vorioipirotes)
- παρωχημένοκακή είδηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συχαρίκι < συγχαίρω < συν + χαίρω (χαίρομαι κι εγώ με τη χαρά σας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συχαρίκι | συχαρίκια |
| Γενική | συχαρικιού | συχαρικιών |
| Αιτιατική | συχαρίκι | συχαρίκια |
| Κλητική | συχαρίκι | συχαρίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →