Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συχνουρία

/si.xnuˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηη ούρηση σε συχνά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
    • παραμίλαγε η Φλωρένια στο γάτη κι απ' το άγχος της εκείνο το πρωινό την είχε πιάσει συχνουρία, σε συνδυασμό με μια ακατάπαυστη φλυαρία ( Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • Είχαμε όμως πιει και αρκετές μπίρες. Εγώ δεν το πολυσυνηθίζω και δεν το πολυσηκώνω, έτσι με είχε πιάσει έντονη συχνουρία. Κάθε φορά που σηκωνόμουν να πάνω τουαλέτα, το δούλεμα έπεφτε σύννεφο. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Καστανιώτη, 2019)

Ετυμολογία

συχνουρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sychnurie < αρχαία ελληνική συχνός + οὖρον. Μορφολογικά αναλύεται σε συχν- + -ουρία. Συγκρίνετε με το συχνοουρία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυχνουρίασυχνουρίες
Γενικήσυχνουρίαςσυχνουριών
Αιτιατικήσυχνουρίασυχνουρίες
Κλητικήσυχνουρίασυχνουρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →