συχνότητα
•
- ο αριθμός των εμφανίσεων ενός γεγονότος σε ένα χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
Ετυμολογία
συχνότητα < συχνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συχνότητα | συχνότητες |
| Γενική | συχνότητας | συχνοτήτων |
| Αιτιατική | συχνότητα | συχνότητες |
| Κλητική | συχνότητα | συχνότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →