συχωρεμένος
•
- που έχει συγχωρηθεί Βικιλεξικό
- -Συγγνώμη μαμά. -Εντάξει, συχωρεμένος, πάρε τώρα το παγωτό σου
- μεταφορικάο νεκρός Βικιλεξικό
- Όλα τα άφησε στη φιλενάδα του και στη χήρα δεν άφησε τίποτα ο συχωρεμένος
Ετυμολογία
συχωρεμένος < συγχωρημένος < συγχωρέω / μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συχωρώ
Άλλοι τύποι
συχωρεμένασυχωρεμένεσυχωρεμένεςσυχωρεμένησυχωρεμένηςσυχωρεμένοσυχωρεμένοισυχωρεμένοςσυχωρεμένουσυχωρεμένουςσυχωρεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →