συχωρώ
•
- πιο απλή και εύκολη εκφορά του συγχωρώ, συνηθισμένη κυρίως στον προφορικό και σπάνια στο γραπτό λόγο, σε φράσεις όπως Βικιλεξικό
- Ο Θεός να μας συχωρέσει το λάθος μας, Θεέ μου συχώρα με, Οταν συχωρέθηκε ο θείος σου.. (πέθανε δηλαδή και συχωρέθηκε από το Θεό)
- Συχώρα με, αλλά δεν κρατιέμαι, θα το πω,... και εκφράσεις τύπου Να με συχωρείς κυρά μου..., δηλαδή συνήθως σε φράσεις που υποδηλώνουν γενικότερη έλλειψη παιδείας ή τακτ
Ετυμολογία
συχωρώ < με αποβολή του γ από το συγχωρώ < αρχαία ελληνική συγχωρέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →