σφάζομαι
•
- αλληλοπαθητικόπαθητική φωνή του ρήματος σφάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος σφάζω Βικιλεξικό
- στης Μαλάμως την ποδιά σφάζονται παλικάρια
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
σφάχτηκασφαγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →