σφήκα
•
- έντομοείδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μαύρες ρίγες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφήκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σφήκα και σφήγκα < αρχαία ελληνική σφήξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφήκα | σφήκες |
| Γενική | σφήκας | σφηκών |
| Αιτιατική | σφήκα | σφήκες |
| Κλητική | σφήκα | σφήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →