σφίχτης
•
- γυμνασμένος, που σφίγγει τους μυς του για να τους επιδεικνύει Βικιλεξικό
- 30 λόγοι που σου δίνουν τον τίτλο «Ο σφίχτης του καλοκαιριού»
- Aυτός ο «Σκληρός» Σφίχτης Είναι Ακριβώς ο Τύπος που Σιχαινόμαστε στο Γυμναστήριο
- Ο σφίχτης κοντοστάθηκε μόλις έφτασε στον βράχο. Δεν την είχε δει
Ετυμολογία
σφίχτης < σφίγγω (θέμα σφιχτ-) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφίχτης | σφίχτες |
| Γενική | σφίχτη | σφιχτών |
| Αιτιατική | σφίχτη | σφίχτες |
| Κλητική | σφίχτη | σφίχτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →