σφαίρωμα
•
- καθετί με στρογγυλό, σφαιρικό σχήμα Βικιλεξικό
- η σφαιρική άκρη λαβής αντικειμένων (σε σπαθί, ρόπτρο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- βιολογίασυσσωρεύσεις λίπους σε σφαιρικό σχήμα· λιπαρά σφαιρίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφαίρωμα < αρχαία ελληνική σφαίρωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαίρωμα | σφαιρώματα |
| Γενική | σφαιρώματος | σφαιρωμάτων |
| Αιτιατική | σφαίρωμα | σφαιρώματα |
| Κλητική | σφαίρωμα | σφαιρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →