σφαγή
•
- η ενέργεια του ρήματος σφάζω, η θανάτωση ζώου συνήθως ή και ανθρώπου με μαχαίρι Βικιλεξικό
- Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)
- η μαζική θανάτωση ανθρώπων, ιδίως σε πόλεμο Βικιλεξικό
- η σφαγή της Χίου
- μεταφορικάη ομαδική αποτυχία σε εξετάσεις, διαγωνισμούς Βικιλεξικό
- Σφαγή στα μαθηματικά! Κάτω από τη βάση τα περισσότερα γραπτά
- μεταφορικάη εσκεμμένη αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές σε αθλητικό αγώνα υπέρ μίας εκ των δύο ομάδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφαγή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφαγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαγή | σφαγές |
| Γενική | σφαγής | σφαγών |
| Αιτιατική | σφαγή | σφαγές |
| Κλητική | σφαγή | σφαγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →