σφαγιαστικός
•
- που έχει σχέση με σφαγιασμό ή σφαγιαστή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφαγιαστικός < σφαγιάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαγιαστικός | σφαγιαστική | σφαγιαστικό |
| Γενική | σφαγιαστικού | σφαγιαστικής | σφαγιαστικού |
| Αιτιατική | σφαγιαστικό | σφαγιαστική | σφαγιαστικό |
| Κλητική | σφαγιαστικέ | σφαγιαστική | σφαγιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαγιαστικοί | σφαγιαστικές | σφαγιαστικά |
| Γενική | σφαγιαστικών | σφαγιαστικών | σφαγιαστικών |
| Αιτιατική | σφαγιαστικούς | σφαγιαστικές | σφαγιαστικά |
| Κλητική | σφαγιαστικοί | σφαγιαστικές | σφαγιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →