Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφαγιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σφαγιασμό ή σφαγιαστή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφαγιαστικός < σφαγιάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφαγιαστικόςσφαγιαστικήσφαγιαστικό
Γενικήσφαγιαστικούσφαγιαστικήςσφαγιαστικού
Αιτιατικήσφαγιαστικόσφαγιαστικήσφαγιαστικό
Κλητικήσφαγιαστικέσφαγιαστικήσφαγιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφαγιαστικοίσφαγιαστικέςσφαγιαστικά
Γενικήσφαγιαστικώνσφαγιαστικώνσφαγιαστικών
Αιτιατικήσφαγιαστικούςσφαγιαστικέςσφαγιαστικά
Κλητικήσφαγιαστικοίσφαγιαστικέςσφαγιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →