σφαιρικός
•
- που έχει σχέση με σφαίρα ή που έχει παρόμοιο σχήμα Βικιλεξικό
- σφαιρική γεωμετρία
- σφαιρικός φακός
- από όλες τις πλευρές ή όλες τις απόψεις, ολικός Βικιλεξικό
- σφαιρική αντίληψη του ζητήματος
Ετυμολογία
σφαιρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφαιρικός < σφαῖρ(α) + -ικός :* για τη σφαιρική γεωμετρία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sphérique < υστερολατινική sphaericus < ελληνιστική κοινή σφαιρικός :* για τη σφαιρική αντίληψη θεμάτων < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική global
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαιρικός | σφαιρική | σφαιρικό |
| Γενική | σφαιρικού | σφαιρικής | σφαιρικού |
| Αιτιατική | σφαιρικό | σφαιρική | σφαιρικό |
| Κλητική | σφαιρικέ | σφαιρική | σφαιρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαιρικοί | σφαιρικές | σφαιρικά |
| Γενική | σφαιρικών | σφαιρικών | σφαιρικών |
| Αιτιατική | σφαιρικούς | σφαιρικές | σφαιρικά |
| Κλητική | σφαιρικοί | σφαιρικές | σφαιρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →