σφαιρικότητα
•
- ο βαθμός κατά τον οποίον κάτι έχει σφαιρικό σχήμα Βικιλεξικό
- η ιδιότητα κάποιου πράγματος ή κάποιας ενέργειας που γίνεται από κάθε άποψη, σφαιρικά Βικιλεξικό
- ο στόχος της πρότασής μας είναι η εξασφάλιση της σφαιρικότητας της προσέγγισης στο μάθημα...
Ετυμολογία
σφαιρικότητα < σφαιρικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαιρικότητα | σφαιρικότητες |
| Γενική | σφαιρικότητας | σφαιρικοτήτων |
| Αιτιατική | σφαιρικότητα | σφαιρικότητες |
| Κλητική | σφαιρικότητα | σφαιρικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →