σφαιριστήριο
•
- αίθουσα, κατάστημα ή άλλος ειδικός χώρος στον οποίον παίζεται το μπιλιάρδο Βικιλεξικό
- το τραπέζι του μπιλιάρδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφαιριστήριο < ελληνιστική κοινή σφαιριστήριον < αρχαία ελληνική σφαιρίζω < σφαῖρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαιριστήριο | σφαιριστήρια |
| Γενική | σφαιριστήριου / σφαιριστηρίου | σφαιριστήριων / σφαιριστηρίων |
| Αιτιατική | σφαιριστήριο | σφαιριστήρια |
| Κλητική | σφαιριστήριο | σφαιριστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →