σφαλάγγι
•
- έντομοείδος αράχνης Βικιλεξικό
- « Για να γιάνη το σκροπιδοφάγωμα και σφαλαγγοφάγωμα, σταυρώνουμε το μέρος που δάγκωσε και σκορπιός ή το σφαλάγγι τρεις φορές και λέμε : Σύρε πέρα στη γκορτσιά, κρέμουνται τρία καρδάρια . Το να έχει μέλι, τ' άλλο γάλα, τ'άλλο του σκορπιού το αίμα. Πιες το μέλι, φάε το γάλα, παρ'και του σκορπιού το αίμα και φέρτα όλα για μένα (Αγλαία Μπίμπη - Παπασπυροπούλου, Παραδοσιακή ιατρική στην Πελοπόννησο : διδακτορική διατριβή, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, 1985, σελ. 148)
- έντομοείδος σφήκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφαλάγγι < αρχαία ελληνική φαλάγγιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφαλάγγι | σφαλάγγια |
| Γενική | σφαλαγγιού | σφαλαγγιών |
| Αιτιατική | σφαλάγγι | σφαλάγγια |
| Κλητική | σφαλάγγι | σφαλάγγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →