σφαλίζω
•
- κλείνω εντελώς, κλείνω πολύ καλά Βικιλεξικό
- Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
σφαλίζω < μεσαιωνική ελληνική σφαλίζω (αποκλείω) < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σφαλίζω | σφαλίζεις | σφαλίζει | σφαλίζουμε | σφαλίζετε | σφαλίζουν / σφαλίζουνε |
| Παρατατικός | σφάλιζα | σφάλιζες | σφάλιζε | σφαλίζαμε | σφαλίζατε | σφάλιζαν / σφαλίζαν / σφαλίζανε |
| Αόριστος | σφάλισα | σφάλισες | σφάλισε | σφαλίσαμε | σφαλίσατε | σφάλισαν / σφαλίσαν / σφαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σφαλίζω / θα σφαλίσω | θα σφαλίζεις / θα σφαλίσεις | θα σφαλίζει / θα σφαλίσει | θα σφαλίζουμε / θα σφαλίσουμε | θα σφαλίζετε / θα σφαλίσετε | θα σφαλίζουν / θα σφαλίζουνε / θα σφαλίσουν / θα σφαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σφαλίσει | έχεις σφαλίσει | έχει σφαλίσει | έχουμε σφαλίσει | έχετε σφαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σφαλίσει | είχες σφαλίσει | είχε σφαλίσει | είχαμε σφαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σφαλίσει / να σφαλίζω / να σφαλίσω | να έχεις σφαλίσει / να σφαλίζεις / να σφαλίσεις | να έχει σφαλίσει / να σφαλίζει / να σφαλίσει | να έχουμε σφαλίσει / να σφαλίζουμε / να σφαλίσουμε | να έχετε σφαλίσει / να σφαλίζετε / να σφαλίσετε | να σφαλίζουν / να σφαλίζουνε / να σφαλίσουν / να σφαλίσουνε |
| Προστακτική | — | σφάλιζε / σφάλισε | — | — | σφαλίζετε / σφαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →