σφελίδα
•
- φέτα (π.χ. από ψωμί, τυρί, πίτα ή γλυκό) Βικιλεξικό
- Η μάννα μου 'ς το γόνα της, ψωμί σφελίδα κόβει (Λαογραφία: Παράρτημα, τόμοι 1-2, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, 1909 https://books.google.gr/books?id=ES4wAQAAMAAJ&dq=%22%CF%83%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1%22&pg=RA1-PA205#v=onepage&q=%22%CF%83%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1%22&f=false)
- Το πρωί η Χρυσαΐδα γέμιζε την μπροστοποδιά της με κριθάρι και μέσα έκρυβε λίγο τυρί και μια σφελίδα (φέτα) ψωμί (Η σπηλιά της Χρυσαΐδας, ΤΑ ΝΕΑ, 22 Μαΐου 2018 https://www.tanea.gr/2018/05/22/lifearts/i-spilia-tis-xrysaidas/)
- Έχει σχήμα σε λωρίδες περίπου παραλληλεπίπεδες (σφελίδες) και λευκοκίτρινο χρώμα. Άλλο κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι ωριμάζει και διατηρείται εντός άλμης (Σφέλα, cheesenet.gr https://web.archive.org/web/20160524091202/http://www.cheesenet.gr/greek/cheeses/sfela.htm)
Ετυμολογία
σφελίδα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφελίδα | σφελίδες |
| Γενική | σφελίδας | σφελίδων |
| Αιτιατική | σφελίδα | σφελίδες |
| Κλητική | σφελίδα | σφελίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →