σφηνάκι
•
- μικρό ποτηράκι με δυνατό (αλκοολούχο) ποτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφηνάκι < σφήν(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι· απόδοση για την αγγλική shot
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφηνάκι | σφηνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σφηνάκι | σφηνάκια |
| Κλητική | σφηνάκι | σφηνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →