σφιχτοχεριά
•
- λαϊκότροποτο να είναι κάποιος σφιχτοχέρης, η ιδιότητα του σφιχτοχέρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφιχτοχεριά < σφιχτοχέρης + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφιχτοχεριά | σφιχτοχεριές |
| Γενική | σφιχτοχεριάς | σφιχτοχεριών |
| Αιτιατική | σφιχτοχεριά | σφιχτοχεριές |
| Κλητική | σφιχτοχεριά | σφιχτοχεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →