σφουγγάτο
•
- γαστρονομίαείδος ομελέτας με λαχανικά Βικιλεξικό
- Το τέλειο καλοκαιρινό «σουφλέ», μια κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλα ή μια αφράτη ομελέτα με κολοκύθια και τυριά; Όπως και να το πείτε, το σαντορινιό σφουγγάτο είναι σκέτη απόλαυση!
Ετυμολογία
σφουγγάτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σφουγγάτο (πίτα που μοιάζει με σφουγγάρι) < σφογγάτον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφουγγάτο | σφουγγάτα |
| Γενική | σφουγγάτου | σφουγγάτων |
| Αιτιατική | σφουγγάτο | σφουγγάτα |
| Κλητική | σφουγγάτο | σφουγγάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →