Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφουγγαράδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σφουγγαρά ή σφουγγαράδικο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσφουγγαράδικο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφουγγαράδικος < σφουγγαράς + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφουγγαράδικοςσφουγγαράδικησφουγγαράδικο
Γενικήσφουγγαράδικουσφουγγαράδικηςσφουγγαράδικου
Αιτιατικήσφουγγαράδικοσφουγγαράδικησφουγγαράδικο
Κλητικήσφουγγαράδικεσφουγγαράδικησφουγγαράδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφουγγαράδικοισφουγγαράδικεςσφουγγαράδικα
Γενικήσφουγγαράδικωνσφουγγαράδικωνσφουγγαράδικων
Αιτιατικήσφουγγαράδικουςσφουγγαράδικεςσφουγγαράδικα
Κλητικήσφουγγαράδικοισφουγγαράδικεςσφουγγαράδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →