σφουγγαράδικος
•
- που έχει σχέση με σφουγγαρά ή σφουγγαράδικο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσφουγγαράδικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφουγγαράδικος < σφουγγαράς + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφουγγαράδικος | σφουγγαράδικη | σφουγγαράδικο |
| Γενική | σφουγγαράδικου | σφουγγαράδικης | σφουγγαράδικου |
| Αιτιατική | σφουγγαράδικο | σφουγγαράδικη | σφουγγαράδικο |
| Κλητική | σφουγγαράδικε | σφουγγαράδικη | σφουγγαράδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφουγγαράδικοι | σφουγγαράδικες | σφουγγαράδικα |
| Γενική | σφουγγαράδικων | σφουγγαράδικων | σφουγγαράδικων |
| Αιτιατική | σφουγγαράδικους | σφουγγαράδικες | σφουγγαράδικα |
| Κλητική | σφουγγαράδικοι | σφουγγαράδικες | σφουγγαράδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →