Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφυγμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με σφυγμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Η ταχύτητα μετάδοσης του σφυγμικού κύματος σχετιζόταν με την μέση αρτηριακή πίεση σε όλες τις ομάδες. (*)

Ετυμολογία

σφυγμικός < ελληνιστική κοινή σφυγμικός < αρχαία ελληνική σφυγμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφυγμικόςσφυγμικήσφυγμικό
Γενικήσφυγμικούσφυγμικήςσφυγμικού
Αιτιατικήσφυγμικόσφυγμικήσφυγμικό
Κλητικήσφυγμικέσφυγμικήσφυγμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφυγμικοίσφυγμικέςσφυγμικά
Γενικήσφυγμικώνσφυγμικώνσφυγμικών
Αιτιατικήσφυγμικούςσφυγμικέςσφυγμικά
Κλητικήσφυγμικοίσφυγμικέςσφυγμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →