Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφυγμογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σφυγμογραφία ή σφυγμογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφυγμογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sphygmographique < sphygmographe < αρχαία ελληνική σφυγμός + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφυγμογραφικόςσφυγμογραφικήσφυγμογραφικό
Γενικήσφυγμογραφικούσφυγμογραφικήςσφυγμογραφικού
Αιτιατικήσφυγμογραφικόσφυγμογραφικήσφυγμογραφικό
Κλητικήσφυγμογραφικέσφυγμογραφικήσφυγμογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφυγμογραφικοίσφυγμογραφικέςσφυγμογραφικά
Γενικήσφυγμογραφικώνσφυγμογραφικώνσφυγμογραφικών
Αιτιατικήσφυγμογραφικούςσφυγμογραφικέςσφυγμογραφικά
Κλητικήσφυγμογραφικοίσφυγμογραφικέςσφυγμογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →