σφυγμομετρώ
•
- μετρώ τους σφυγμούς κάποιου σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιερευνώ τις τάσεις και τις απόψεις της κοινωνίας μέσω δημοσκόπησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυγμομετρώ < σφυγμ(ός) + -ο- + -μετρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →