σφυρίδα
•
- ψάριμεγάλο ψάρι (Επινέφελος ο χαλκούς, Epinephelus Aeneus) με νόστιμο κρέας Βικιλεξικό
- ιδιωματικόπαλιό παραδοσιακό τηγανόσχημο βεργόπλεκτο εργαλείο που χρησιμοποιούταν σε χωριά των Κυκλάδων σαν οικιακό μικρό λιοτρίβι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυρίδα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σφύρ(αινα) + μεταπλασμός με -ίδα κατά το συναγρίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφυρίδα | σφυρίδες |
| Γενική | σφυρίδας | σφυρίδων |
| Αιτιατική | σφυρίδα | σφυρίδες |
| Κλητική | σφυρίδα | σφυρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →