σφυρίζω
•
- κάνω συριστικό ήχο με το στόμα μου χρησιμοποιώντας τα χείλη ή και τα δάχτυλα Βικιλεξικό
- Σφύριζε ανέμελα την «Καλίνκα», διπλώνοντας μπλουζάκια και πουλόβερ και στριμώχνοντας τις ελβιέλες του στο σακ βουαγιάζ
- (συνεκδοχικά) επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω κάποιον ή κάτι
- βγάζω συριστικό ήχο σαν να σφυρίζω Βικιλεξικό
- Το βαπόρι σφύριξε, κίνησε να φύγει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
- χρησιμοποιώ τη σφυρίχτρα Βικιλεξικό
- Ο διαιτηρής σφύριξε τη λήξη του αγώνα.
- μεταφορικάλέω σε κάποιον κάτι χωρίς να γίνω αντιληπτός από τρίτον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυρίζω < μεσαιωνική ελληνική σφυρίζω < αρχαία ελληνική συρίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σφυρίζω | σφυρίζεις | σφυρίζει | σφυρίζουμε | σφυρίζετε | σφυρίζουν / σφυρίζουνε |
| Παρατατικός | σφύριζα | σφύριζες | σφύριζε | σφυρίζαμε | σφυρίζατε | σφυρίζαν / σφυρίζανε / σφύριζαν |
| Αόριστος | σφύριξα | σφύριξες | σφύριξε | σφυρίξαμε | σφυρίξατε | σφυρίξαν / σφυρίξανε / σφύριξαν |
| Μέλλοντας | θα σφυρίζω / θα σφυρίξω | θα σφυρίζεις / θα σφυρίξεις | θα σφυρίζει / θα σφυρίξει | θα σφυρίζουμε / θα σφυρίξουμε | θα σφυρίζετε / θα σφυρίξετε | θα σφυρίζουν / θα σφυρίζουνε / θα σφυρίξουν / θα σφυρίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σφυρίξει | έχεις σφυρίξει | έχει σφυρίξει | έχουμε σφυρίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σφυρίξει | είχες σφυρίξει | είχε σφυρίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σφυρίξει / να σφυρίζω / να σφυρίξω | να έχεις σφυρίξει / να σφυρίζεις / να σφυρίξεις | να έχει σφυρίξει / να σφυρίζει / να σφυρίξει | να έχουμε σφυρίξει / να σφυρίζουμε / να σφυρίξουμε | να σφυρίζετε / να σφυρίξετε | να σφυρίζουν / να σφυρίζουνε / να σφυρίξουν / να σφυρίξουνε |
| Προστακτική | — | σφύριζε / σφύριξε | — | — | σφυρίζετε / σφυρίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σφυρίχτηκασφυρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →