σφυριά
•
- χτύπημα με σφυρί Βικιλεξικό
- Ήταν δεν ήταν δέκα η ώρα, αλλά έκανε ήδη ζέστη. Έξω, άκουγα τις ρυθμικές σφυριές των μπακιρτζήδων στο παζάρι. […]
Ετυμολογία
σφυριά < σφυρ(ί) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφυριά | σφυριές |
| Γενική | σφυριάς | σφυριών |
| Αιτιατική | σφυριά | σφυριές |
| Κλητική | σφυριά | σφυριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →