σφυροκοπώ
•
- κυριολεκτικάσφυρηλατώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταφέρω σφοδρά πλήγματα εναντίον αντιπάλου, βομβαρδίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιτίθεμαι έντονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυροκοπώ < σφυρί + -κοπώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφυροκοπέω (σφυρηλατώ), (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική marteler)
Άλλοι τύποι
σφυροκοπάωσφυροκοπιέμαισφυροκοπούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →