σφύρα
•
- κατ’ επέκτασηό,τι είναι όμοιο (σχηματικά ή λειτουργικά) με σφυρί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηό,τι είναι όμοιο (σχηματικά ή λειτουργικά) με σφυρί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηό,τι είναι όμοιο (σχηματικά ή λειτουργικά) με σφυρί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηό,τι είναι όμοιο (σχηματικά ή λειτουργικά) με σφυρί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφύρα < αρχαία ελληνική σφῦρα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marteau ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hammer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφύρα | σφύρες |
| Γενική | σφύρας | σφυρών |
| Αιτιατική | σφύρα | σφύρες |
| Κλητική | σφύρα | σφύρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →