σχεδιάγραμμα
•
- γραφική παράσταση, υπό κλίμακα, ενός ανοιχτού ή κλειστού χώρου Βικιλεξικό
- το σχεδιάγραμμα ένος σπιτιού
- καταγραφή των κύριων σημείων ενός κειμένου πριν από την τελική του επεξεργασία Βικιλεξικό
- το σχεδιάγραμμα της έκθεσης
Ετυμολογία
σχεδιάγραμμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχεδιάγραμμα | σχεδιαγράμματα |
| Γενική | σχεδιαγράμματος | σχεδιαγραμμάτων |
| Αιτιατική | σχεδιάγραμμα | σχεδιαγράμματα |
| Κλητική | σχεδιάγραμμα | σχεδιαγράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →