σχεδιάζω
•
- απεικονίζω κάτι με ακρίβεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρογραμματίζω την πραγματοποίηση μιας ιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχεδιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχεδιάζω (< σχέδιον), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική esquisser, dessiner & αγγλική design :* σημασία: προγραμματίζω για το μέλλον < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική plan
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχεδιάζω | σχεδιάζεις | σχεδιάζει | σχεδιάζουμε | σχεδιάζετε | σχεδιάζουν / σχεδιάζουνε |
| Παρατατικός | σχεδίαζα | σχεδίαζες | σχεδίαζε | σχεδιάζαμε | σχεδιάζατε | σχεδίαζαν / σχεδιάζαν / σχεδιάζανε |
| Αόριστος | σχεδίασα | σχεδίασες | σχεδίασε | σχεδιάσαμε | σχεδιάσατε | σχεδίασαν / σχεδιάσαν / σχεδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σχεδιάζω / θα σχεδιάσω | θα σχεδιάζεις / θα σχεδιάσεις | θα σχεδιάζει / θα σχεδιάσει | θα σχεδιάζουμε / θα σχεδιάσουμε | θα σχεδιάζετε / θα σχεδιάσετε | θα σχεδιάζουν / θα σχεδιάζουνε / θα σχεδιάσουν / θα σχεδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σχεδιάσει | έχεις σχεδιάσει | έχει σχεδιάσει | έχουμε σχεδιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχεδιάσει | είχες σχεδιάσει | είχε σχεδιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχεδιάσει / να σχεδιάζω / να σχεδιάσω | να έχεις σχεδιάσει / να σχεδιάζεις / να σχεδιάσεις | να έχει σχεδιάσει / να σχεδιάζει / να σχεδιάσει | να έχουμε σχεδιάσει / να σχεδιάζουμε / να σχεδιάσουμε | να σχεδιάζετε / να σχεδιάσετε | να σχεδιάζουν / να σχεδιάζουνε / να σχεδιάσουν / να σχεδιάσουνε |
| Προστακτική | — | σχεδίαζε / σχεδίασε | — | — | σχεδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σχεδιάστηκασχεδιάζομαισχεδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →