σχεδιογράφηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σχεδιογραφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχεδιογράφηση < σχεδιογραφώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχεδιογράφηση | σχεδιογραφήσεις |
| Γενική | σχεδιογράφησης | σχεδιογραφήσεων |
| Αιτιατική | σχεδιογράφηση | σχεδιογραφήσεις |
| Κλητική | σχεδιογράφηση | σχεδιογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →