σχετίζομαι
•
- συνδέομαι λογικά ή αιτιολογικά με κάτι, έχω σχέση Βικιλεξικό
- Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- Ίσως ένας άγνωστος ιός σχετίζεται με την εμφάνιση της επιδημίας.
- σπανιότερασυνδέομαι κοινωνικά ή φιλικά με κάποιον, έχω κοινωνική ή φιλική σχέση Βικιλεξικό
- έχω ερωτική σχέση ή δεσμό με κάποιο πρόσωπο
Ετυμολογία
σχετίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος σχετίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχετίζομαι | σχετίζεσαι | σχετίζεται | σχετιζόμαστε | σχετίζεστε | σχετίζονται |
| Παρατατικός | σχετιζόμουν / σχετιζόμουνα | σχετιζόσουν / σχετιζόσουνα | σχετιζόταν / σχετιζότανε | σχετιζόμασταν / σχετιζόμαστε | σχετιζόσασταν / σχετιζόσαστε | σχετίζονταν / σχετιζόντουσαν |
| Αόριστος | σχετίστηκα | σχετίστηκες | σχετίστηκε | σχετιστήκαμε | σχετιστήκατε | σχετίστηκαν / σχετιστήκαν / σχετιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα σχετίζομαι / θα σχετιστώ | θα σχετίζεσαι / θα σχετιστείς | θα σχετίζεται / θα σχετιστεί | θα σχετιζόμαστε / θα σχετιστούμε | θα σχετίζεστε / θα σχετιστείτε | θα σχετίζονται / θα σχετιστούν / θα σχετιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω σχετιστεί | έχεις σχετιστεί | έχει σχετιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχετιστεί | είχες σχετιστεί | είχε σχετιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχετιστεί / να σχετίζομαι / να σχετιστώ | να έχεις σχετιστεί / να σχετίζεσαι / να σχετιστείς | να έχει σχετιστεί / να σχετίζεται / να σχετιστεί | να σχετιζόμαστε / να σχετιστούμε | να σχετίζεστε / να σχετιστείτε | να σχετίζονται / να σχετιστούν / να σχετιστούνε |
| Προστακτική | — | σχετίζου / σχετίσου | — | — | σχετίζεστε / σχετιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →