Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχετικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ό,τι σχετίζεται με όσα πριν συζητήθηκαν ή αναφέρθηκαν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετικά < σχετικός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σχετικά

πρόθεση
•
  1. για, περί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετικά < σχετικός + -ά

Άλλοι τύποι

σχετικά με

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σχετικά

επίρρημα
•
  1. σε σχέση με κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
  2. συγκριτικά με κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετικά < σχετικός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →