σχετικιστικός
•
- που αναφέρεται στον σχετικισμό ή τον σχετικιστή ή έχει σχέση με αυτούς Βικιλεξικό
- φυσικήπου αναφέρεται στη θεωρία της σχετικότητας ή συσχετίζεται με αυτήν ως σώμα ή φυσικό μέγεθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχετικιστικός < # σχετικισ(μός) + -τικός # (θεωρία της) σχετικότητας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετικιστικός | σχετικιστική | σχετικιστικό |
| Γενική | σχετικιστικού | σχετικιστικής | σχετικιστικού |
| Αιτιατική | σχετικιστικό | σχετικιστική | σχετικιστικό |
| Κλητική | σχετικιστικέ | σχετικιστική | σχετικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετικιστικοί | σχετικιστικές | σχετικιστικά |
| Γενική | σχετικιστικών | σχετικιστικών | σχετικιστικών |
| Αιτιατική | σχετικιστικούς | σχετικιστικές | σχετικιστικά |
| Κλητική | σχετικιστικοί | σχετικιστικές | σχετικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →