Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχετικιστικός

/sçe.ti.ci.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον σχετικισμό ή τον σχετικιστή ή έχει σχέση με αυτούς Βικιλεξικό
  2. φυσικήπου αναφέρεται στη θεωρία της σχετικότητας ή συσχετίζεται με αυτήν ως σώμα ή φυσικό μέγεθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετικιστικός < # σχετικισ(μός) + -τικός # (θεωρία της) σχετικότητας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετικιστικόςσχετικιστικήσχετικιστικό
Γενικήσχετικιστικούσχετικιστικήςσχετικιστικού
Αιτιατικήσχετικιστικόσχετικιστικήσχετικιστικό
Κλητικήσχετικιστικέσχετικιστικήσχετικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετικιστικοίσχετικιστικέςσχετικιστικά
Γενικήσχετικιστικώνσχετικιστικώνσχετικιστικών
Αιτιατικήσχετικιστικούςσχετικιστικέςσχετικιστικά
Κλητικήσχετικιστικοίσχετικιστικέςσχετικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →