σχετικότητα
•
- η ιδιότητα του σχετικού Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη σχετικοκρατία Βικιλεξικό
- φυσικήη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχετικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σχετικ(ότης) + -ότητα, όπως στην αιτιατική < σχετικός & (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική relativité ή από τη γερμανική Relativitätstheorie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετικότητα | σχετικότητες |
| Γενική | σχετικότητας | σχετικοτήτων |
| Αιτιατική | σχετικότητα | σχετικότητες |
| Κλητική | σχετικότητα | σχετικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →