σχετισμός
•
- το να θεωρείς ότι όλες οι ιδιότητες προκύπτουν και ορίζονται πάντα και μόνο σε σχέση με άλλες Βικιλεξικό
- το να μελετάς αυτές τις σχέσεις υπό αυτήν την οπτική
- γενικότεραη μελέτη των σχέσεων μεταξύ αντικειμένων, καταστάσεων κτλ. Βικιλεξικό
- ο συσχετισμός, η συσχέτιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχετισμός < σχέση, σχετικός + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετισμός | σχετισμοί |
| Γενική | σχετισμού | σχετισμών |
| Αιτιατική | σχετισμό | σχετισμούς |
| Κλητική | σχετισμέ | σχετισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →