Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχετλιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετλιαστικά επιφωνήματα στην αρχαία ελληνική ήταν όσα εξέφραζαν αγανάκτηση ή μεγάλη θλίψη (ἰώ! ἰού! οὐαί! οἴμοι! φεῦ! και παπαῖ!) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετλιαστικός < (ελληνιστική κοινή) < σχετλιάζω < σχέτλιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετλιαστικόςσχετλιαστικήσχετλιαστικό
Γενικήσχετλιαστικούσχετλιαστικήςσχετλιαστικού
Αιτιατικήσχετλιαστικόσχετλιαστικήσχετλιαστικό
Κλητικήσχετλιαστικέσχετλιαστικήσχετλιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετλιαστικοίσχετλιαστικέςσχετλιαστικά
Γενικήσχετλιαστικώνσχετλιαστικώνσχετλιαστικών
Αιτιατικήσχετλιαστικούςσχετλιαστικέςσχετλιαστικά
Κλητικήσχετλιαστικοίσχετλιαστικέςσχετλιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →