Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχιζοειδής

/sçi.zo.iˈðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψυχιατρικήπου έχει ψυχικά χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται με τρόπο που δημιουργεί δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή, χωρίς όμως τις διαταραχές της σχιζοφρένειας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου εκδηλώνει έντονες αντιφάσεις, παραλογισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχιζοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γερμανική schizoid ή (άμεσο δάνειο) αγγλική schizoid < schiz- < αρχαία ελληνική σχίζω + -oid < εἶδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιζοειδήςσχιζοειδήςσχιζοειδές
Γενικήσχιζοειδούςσχιζοειδούςσχιζοειδούς
Αιτιατικήσχιζοειδήσχιζοειδήσχιζοειδές
Κλητικήσχιζοειδή / σχιζοειδήςσχιζοειδήςσχιζοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιζοειδείςσχιζοειδείςσχιζοειδή
Γενικήσχιζοειδώνσχιζοειδώνσχιζοειδών
Αιτιατικήσχιζοειδείςσχιζοειδείςσχιζοειδή
Κλητικήσχιζοειδείςσχιζοειδείςσχιζοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →