σχιζοφρένεια
•
- ψυχιατρικήνευροψυχιατρική νόσος που χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην αντίληψη της πραγματικότητας, παράδοξη συμπεριφορά κ.λπ. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάλογη ή παράλογη συμπεριφορά ή κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχιζοφρένεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Schizophrenie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική schizophrenia ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική schizophrénie < αρχαία ελληνική σχίζω + φρήν ::Τον όρο εισήγαγε ο Ελβετός ψυχολόγος Eugen Bleuler
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
| Γενική | σχιζοφρένειας | σχιζοφρενειών |
| Αιτιατική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
| Κλητική | σχιζοφρένεια | σχιζοφρένειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →