Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχιζοφρενικός

/sçi.zo.fɾe.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την σχιζοφρένεια ή τον σχιζοφρενή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχιζοφρενικός < σχιζοφρενής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιζοφρενικόςσχιζοφρενικήσχιζοφρενικό
Γενικήσχιζοφρενικούσχιζοφρενικήςσχιζοφρενικού
Αιτιατικήσχιζοφρενικόσχιζοφρενικήσχιζοφρενικό
Κλητικήσχιζοφρενικέσχιζοφρενικήσχιζοφρενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιζοφρενικοίσχιζοφρενικέςσχιζοφρενικά
Γενικήσχιζοφρενικώνσχιζοφρενικώνσχιζοφρενικών
Αιτιατικήσχιζοφρενικούςσχιζοφρενικέςσχιζοφρενικά
Κλητικήσχιζοφρενικοίσχιζοφρενικέςσχιζοφρενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →