σχιστία
•
- ιατρικήδυσπλασία στη στοματική ή ρινική κοιλότητα που αφορά ατελή σύγκλιση τμημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχιστία < σχιστ(ός) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχιστία | σχιστίες |
| Γενική | σχιστίας | σχιστιών |
| Αιτιατική | σχιστία | σχιστίες |
| Κλητική | σχιστία | σχιστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →