σχοινάκι
•
- υποκοριστικό του: σχοινί Βικιλεξικό
- παιδικό παιχνίδι, ατομικό ή ομαδικό, όπου κάποιος οι κάποιοι πηδάνε πάνω από ένα σχοινί που γυρίζει ο ίδιος ή δύο άλλα παιδιά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σχοινί που χρησιμοποιούν σε αυτό το παιχνίδι, ή για εκγύμναση, με ή χωρίς ειδικές λαβές στις άκρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχοινάκι < σχοινί + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχοινάκι | σχοινάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σχοινάκι | σχοινάκια |
| Κλητική | σχοινάκι | σχοινάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →