σχοινοβατικός
•
- που έχει σχέση με σχοινοβάτη ή σχοινοβασία, ανήκει αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχοινοβατικός < σχοινοβάτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχοινοβατικός | σχοινοβατική | σχοινοβατικό |
| Γενική | σχοινοβατικού | σχοινοβατικής | σχοινοβατικού |
| Αιτιατική | σχοινοβατικό | σχοινοβατική | σχοινοβατικό |
| Κλητική | σχοινοβατικέ | σχοινοβατική | σχοινοβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχοινοβατικοί | σχοινοβατικές | σχοινοβατικά |
| Γενική | σχοινοβατικών | σχοινοβατικών | σχοινοβατικών |
| Αιτιατική | σχοινοβατικούς | σχοινοβατικές | σχοινοβατικά |
| Κλητική | σχοινοβατικοί | σχοινοβατικές | σχοινοβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →