Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχοινοβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σχοινοβάτη ή σχοινοβασία, ανήκει αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχοινοβατικός < σχοινοβάτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχοινοβατικόςσχοινοβατικήσχοινοβατικό
Γενικήσχοινοβατικούσχοινοβατικήςσχοινοβατικού
Αιτιατικήσχοινοβατικόσχοινοβατικήσχοινοβατικό
Κλητικήσχοινοβατικέσχοινοβατικήσχοινοβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχοινοβατικοίσχοινοβατικέςσχοινοβατικά
Γενικήσχοινοβατικώνσχοινοβατικώνσχοινοβατικών
Αιτιατικήσχοινοβατικούςσχοινοβατικέςσχοινοβατικά
Κλητικήσχοινοβατικοίσχοινοβατικέςσχοινοβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →