σχοινοσύντροφος
•
- αθλητισμόςπου ασχολείται μαζί με κάποιον άλλο σε δραστηριότητες ορειβασίας ή αναρρίχησης (ή άλλες που γίνεται χρήση σχοινιού) Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ο 74χρονος διενεργούσε αναρρίχηση σε διαδρομή του βράχου. Σε κάποια στιγμή, δήλωσε στους σχοινοσυντρόφους του αδυναμία να συνεχίσει και ζήτησε να κατέβει. (* kalabakacity.gr)
Ετυμολογία
σχοινοσύντροφος (νεολογισμός) < σχοιν(ί) + -ο- + σύντροφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχοινοσύντροφος | σχοινοσύντροφοι |
| Γενική | σχοινοσυντρόφου / σχοινοσύντροφου | σχοινοσυντρόφων / σχοινοσύντροφων |
| Αιτιατική | σχοινοσύντροφο | σχοινοσυντρόφους / σχοινοσύντροφους |
| Κλητική | σχοινοσύντροφε | σχοινοσύντροφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →