Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχοινοτενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διεξοδικός, αναλυτικός, εκτενής, λεπτομερειακός, μακροσκελής, εκτεταμένος, τεντωμένος σα σχοινί, μακρύς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχοινοτενής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχοινοτενής. Μορφολογικά αναλύεται σε σχοινί + τείνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχοινοτενήςσχοινοτενήςσχοινοτενές
Γενικήσχοινοτενούςσχοινοτενούςσχοινοτενούς
Αιτιατικήσχοινοτενήσχοινοτενήσχοινοτενές
Κλητικήσχοινοτενή / σχοινοτενήςσχοινοτενήςσχοινοτενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχοινοτενείςσχοινοτενείςσχοινοτενή
Γενικήσχοινοτενώνσχοινοτενώνσχοινοτενών
Αιτιατικήσχοινοτενείςσχοινοτενείςσχοινοτενή
Κλητικήσχοινοτενείςσχοινοτενείςσχοινοτενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →