σχολάρχης
•
- υπεύθυνος / διευθυντής σχολείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολάρχης < σχολείο + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολάρχης | σχολάρχες |
| Γενική | σχολάρχη / σχολάρχου | σχολαρχών |
| Αιτιατική | σχολάρχη | σχολάρχες |
| Κλητική | σχολάρχα / σχολάρχη | σχολάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →