σχολαρικός
•
- που σχετίζεται με τον σχολάριο ή αναφέρεται σε αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολαρικός < αμάρτυρος μεσαιωνικός τύπος *σχολαρικός (σχολαρικόν, ουδέτερο στη φράση σχολαρικόν ἐνώτιον < σχολάρ(ιος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολαρικός | σχολαρική | σχολαρικό |
| Γενική | σχολαρικού | σχολαρικής | σχολαρικού |
| Αιτιατική | σχολαρικό | σχολαρική | σχολαρικό |
| Κλητική | σχολαρικέ | σχολαρική | σχολαρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολαρικοί | σχολαρικές | σχολαρικά |
| Γενική | σχολαρικών | σχολαρικών | σχολαρικών |
| Αιτιατική | σχολαρικούς | σχολαρικές | σχολαρικά |
| Κλητική | σχολαρικοί | σχολαρικές | σχολαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →