Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχολαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον σχολάριο ή αναφέρεται σε αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχολαρικός < αμάρτυρος μεσαιωνικός τύπος *σχολαρικός (σχολαρικόν, ουδέτερο στη φράση σχολαρικόν ἐνώτιον < σχολάρ(ιος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολαρικόςσχολαρικήσχολαρικό
Γενικήσχολαρικούσχολαρικήςσχολαρικού
Αιτιατικήσχολαρικόσχολαρικήσχολαρικό
Κλητικήσχολαρικέσχολαρικήσχολαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολαρικοίσχολαρικέςσχολαρικά
Γενικήσχολαρικώνσχολαρικώνσχολαρικών
Αιτιατικήσχολαρικούςσχολαρικέςσχολαρικά
Κλητικήσχολαρικοίσχολαρικέςσχολαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →