σχολαστικότητα
•
- η ιδιότητα του σχολαστικού, η επιμονή στην εξέταση και τακτοποίηση και της παραμικρής λεπτομέρειας Βικιλεξικό
- ο ερευνητής της αστυνομίας εξετάζει με μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα όλα τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος
- η σχολαστικότητα αυτού του ανθρώπου είναι το μεγαλύτερο προσόν του, καμιά φορά όμως γίνεται εκνευριστική
Ετυμολογία
σχολαστικότητα < σχολαστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολαστικότητα | σχολαστικότητες |
| Γενική | σχολαστικότητας | σχολαστικοτήτων |
| Αιτιατική | σχολαστικότητα | σχολαστικότητες |
| Κλητική | σχολαστικότητα | σχολαστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →