σχολιανός
•
- προφορικόμόνο στη φράση: ακούω τα σχολιανά μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολιανός < σχολείο + -ιανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολιανός | σχολιανή | σχολιανό |
| Γενική | σχολιανού | σχολιανής | σχολιανού |
| Αιτιατική | σχολιανό | σχολιανή | σχολιανό |
| Κλητική | σχολιανέ | σχολιανή | σχολιανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολιανοί | σχολιανές | σχολιανά |
| Γενική | σχολιανών | σχολιανών | σχολιανών |
| Αιτιατική | σχολιανούς | σχολιανές | σχολιανά |
| Κλητική | σχολιανοί | σχολιανές | σχολιανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →